#ΣανΣήμερα

Πως έγινε τραγουδιστής ο σερ της ελληνικής μουσικής/13 χρόνια χωρίς τον Γ.Μπιθικώτση

Γεννήθηκε στο Περιστέρι στις 11 Δεκεμβρίου 1922. Από φτωχή οικογένεια, εργάστηκε αρχικά ως υδραυλικός και παράλληλα έπαιζε κιθάρα. Ήταν το μικρότερο παιδί οκταμελούς οικογένειας.
Πρόκειται για έναν από τους πιο δημοφιλείς Έλληνες λαϊκούς τραγουδιστές του 20ού αιώνα. Ο χαρακτηρισμός “σερ” που τον συνόδεψε σε ολόκληρη τη πορεία του προήλθε από τον Δημήτρη Ψαθά όταν σε ένα χρονογράφημα στη στήλη του στην εφημερίδα “Τα Νέα” χαρακτήρισε με αυτό τον τρόπο τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Έμαθε να παίζει κιθάρα και ονειρευόταν να το κάνει μπροστά σε κόσμο.
Όταν έγινε 15 ετών, μια κρύα νύχτα του χειμώνα, ξεκίνησε για να πάει σε ένα κουτούκι, ώστε να ακούσει τρείς μουσικούς. Τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μανώλη Χιώτη και τον Στράτο Παγιουμτζή. Ο έφηβος τότε Γρηγόρης ενθουσιάστηκε τόσο, που αποφάσισε πως από εκείνη την στιγμή θα ακολουθήσει τον δρόμο του ρεμπέτικου και το λαϊκού.

Πέρασε την στρατιωτική του θητεία στην Μακρόνησο. Εκεί έγραφε το πρωί τα πρώτα του τραγούδια και το βράδυ τα έπαιζε στην Λέσχη Αξιωματικών.
Eκεί γνωρίστηκε και με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Εκεί, στη Μακρόνησο, θα γράψει και το πρώτο του τραγούδι, τον Νοέμβριο του 1947, «Το καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη, το οποίο θα πρωτοτραγουδήσει ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Να όμως πως έγινε τραγουδιστής από από μπουζουκτσής και συνθέτης όπως είχε πει ο ίδιος (απόσπασμα από το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007,

Eκείνο τον καιρό δουλεύω στη «Ζούγκλα». Μπουζούκι εγώ, κιθάρα ο Γιάννης Παπαδόπουλος, που ήτανε και ο τραγουδιστής μας. Τρελά ερωτευμένος τότε ο Παπαδόπουλος με την Πόλυ Πάνου! Καλός τραγουδιστής της εποχής ο Γιάννης. Να τον λέγαμε σήμερα σαν ποιον; Ο Πασχάλης, ας πούμε. Ο Γιάννης, λοιπόν, είχε γράψει ένα τραγούδι, τα λόγια, για την Πόλυ Πάνου. Το «Τρελοκόριτσο». Μου λέει: «Μπορείς να γράψεις μουσική σ’ αυτό;». Παίρνω τα λόγια κι αρχίζω να γράφω. Το αφεντικό, ο Καρλής, που έφτιαχνε στραγάλια για το βράδυ, τηγάνι, λαδάκι, νερό, για μεζέ για το πίπερμαν , μ΄ακούει που τραγουδάω το «Τρελοκόριτσο», καθώς το γράφω και μου λέει: «Εσύ θα το πεις το τραγούδι! Απόψε!». «Τρελάθηκες;», του λέω. «Εμένα μου ‘χουνε πει να μη μιλάω. να μη βγάζω άχνα». «Εγώ τι σου λέω!».


Και τραγουδάω το «Τρελοκόριτσο» και η μαγκιά από κάτω χαζεύει! Η Πόλυ μάζευε «παραγγελιές». Μες στο ίδιο βράδυ, είκοσι παραγγελιές για το «Τρελοκόριτσο», δύο για τα άλλα τραγούδια. Σκοτωμός! Ζεϊμπέκικο στο ζεϊμπέκικο. Ο ένας μετά τον άλλον -ξέρεις. Γιατί, άμα σηκωνόταν και δεύτερος, γινόταν μακελειό. Αυτό κάθε βράδυ. Και μεγαλώνει και το πάλκο. Εγώ, ο Γιάννης ο Κυριαζής, ο Παπαδόπουλος και ο Χειμώνας. Μου λέει ο Παπαδόπουλος. «Ποιος λες να το τραγουδήσει στο δίσκο;». «Να το δώσουμε στον Καζαντζίδη;», ρωτάω. «Όχι. Καλύτερα να το δώσουμε στον Τσαουσάκη. Είναι πιο λαικός…» Αλλά το τραγούδι είχε γίνει σουξέ μ’ εμένα!

Το βλέπει ο Παπαδόπουλος που είχε και εκπομπή στο ράδιο, όπως είχε και ο Τσιτσάνης με τη Νίνου, ο Μητσάκης με τη Χρυσάφη, ο Παπαϊωάννου κ.α. και μου λέει: «Την Κυριακή θα γράψουμε οι δυό μας. Παπαδόπουλος – Μπιθικώτσης!» Πήραμε και την Πόλυ, που ο Γιάννης της είχε δώσει το τραγούδι «Πήρα τη στράτα την κακιά» με λόγια του Τσάντα, και βγαίνουμε και στο ράδιο. Πάω την άλλη μέρα στο Μηλιόπουλο και του λέω για το «Τρελοκόριτσο». Δε μου απαντάει. Στέλνει, όμως, το βράδυ στη «Ζούγκλα» μία γραμματέα του και ακούει το τραγούδι. Το κορίτσι παλαβώνει! Το λέει στο Μηλιόπουλο. Κι αυτός με ειδοποιεί να πάω στην εταιρία. Πάω. Είναι εκεί, όμως, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου και ο Χιώτης. Μόλις βλέπω αυτούς τους τρεις, λέω στο Μηλιόπουλο: «Δε θα τραγουδήσω, κύριε Μηλιόπουλε. Δε μπορώ με αυτούς τους τρεις μπροστά. Παθαίνω τρακ.». «Γράψ’ τους στ’ αρχ… σου και μπες στο στούντιο και πες το!» Μπαίνω, το λέω μια κι έξω και σκίζω, γιατί παίξαμε όπως στο κέντρο. Έτσι έγινα τραγουδιστής.

 

 

Ακολούθησε μια λαμπρή καριέρα, με κινηματογράφο, συναυλίες, νυχτερινά κέντρα, θέατρο και πάνω από 200 δικά του τραγούδια. Μερικά από τα τραγούδια που έγραψε ήταν «Επίσημη Αγαπημένη», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου», «Μια γυναίκα φεύγει», «Αμφιβολίες», «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Σε τούτο το στενό», «Τρελοκόριτσο», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» κ.α. Οι εμφανίσεις του σε νυχτερινά κέντρα συνοδεύτηκαν και από την ανακάλυψη νέων τραγουδιστών, όπως η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.

Όμως ο Γρηγόρης δεν έμεινε εκεί.Η συνεργασία του με το Μίκη Θεοδωράκη (τον οποίο γνώρισε ενώ ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο) αλλά και με το Μάνο Χατζιδάκι “γέννησε” τα καλύτερα ίσως τραγούδια του. Με την ερμηνεία του στον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Ρίτσου χάραξε νέους δρόμους στο λαϊκό τραγούδι.

Με την εξαιρετική δωρική τοιυ φωνή, ήταν ο καταλληλότερος για να περάσει το μήνυμα των μελοποιήσεων του Μική Θεοδωράκη( («Της δικαιοσύνης», «Ένα το χελιδόνι», «Στο περιγιάλι το κρυφό», «Βράχο – βράχο», «Γωνιά – γωνιά»), σε ποιήματα του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη κ.α, τραγουδώντας τα σε Ελλάδα και εξωτερικό.



Συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις(«Ειμ’ αϊτός χωρίς φτερά», «Πάει ο καιρός», «Στο Λαύριο γίνεται χορός», «Μίλησέ μου»)

, Βασίλης Τσιτσάνης (Η άμαξα μες τη βροχή,Πέφτεις σε λάθη,Αθηναίισα,Στα Τρίκαλα στα δυο στενά κλπ),

Δήμος Μούτσης(Αύριο πάλι,μ’ένα παράπονοκλπ),

Σταύρος Ξαρχάκος (Άσπρη μέρα και για μας,Υπομονή,Φτωχολογιά κλπ)

Επίσης, ερμήνευσε τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Γιώργου Μητσάκη, του Γιάννη Παπαϊωάννου και του Άκη Πάνου

 

Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο τον Ιανουάριο του 2003 με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, καθώς και με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών. Επίσης, έχουν γίνει πολλές συναυλίες προς τιμήν του. Τον Ιούνιο του 1997 οργανώθηκε λαϊκή συναυλία για να τιμηθούν τα 50 χρόνια προσφοράς του στο λαϊκό τραγούδι, ενώ σημαντική είναι η συναυλία που διοργανώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού στις 11 Μαρτίου 2002 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με την συμμετοχή δεκάδων σημαντικών καλλιτεχνών. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, το 2004 του απονεμήθηκε το Τιμητικό Βραβείο στα Μουσικά Βραβεία Αρίων.

Στο τραγούδι “Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα” ακούγεται το εξής: “Ένα όμορφο αμάξι με δύο άλογα / να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω….το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο / όπως τα όνειρα που έκανα παιδί/το άλλο τ’ άλογο να είναι μαύρο”. Αυτό έγινε πραγματικότητα προς τιμήν του στην κηδεία του.

Πηγές:wikipedia.org,iefimerida.gr